- σιδιοειδής
- σιδιο-ειδής, ές, blaß, wie die Farbe der Schale des Granatapfels
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
σιδιοειδής — of pale yellow colour masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σιδιοειδής — ές, Α αυτός που έχει χρώμα χρυσοκίτρινο σαν το χρώμα τού φλοιού τού ροδιού, ωχρός, χλομός. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίδιον «φλοιός τού ροδιού» + ειδής*] … Dictionary of Greek
σιδιοειδεῖς — σιδιοειδής of pale yellow colour masc/fem acc pl σιδιοειδής of pale yellow colour masc/fem nom/voc pl (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)